ΧΟΛΙ ΜΑΟΥΝΤΕΝ

11,00 

χόλι μάουντεν: ο γλυκόπικρος, παραληρηματικός μονόλογος ενός ετοιμοθάνατου, που μπροστά στη γυναίκα του ανασύρει μνήμες, προβαίνει σε αποκαλύψεις, μπερδεύει ψέματα κι αλήθειες, φοβάται, αυτοσαρκάζεται, ζηλεύει, ενθουσιάζεται, προκαλεί, στοχάζεται.
«…έχει ξημερώσει, κοίτα να δεις, την καλύτερη ώρα ξύπνησα, έχει αυτόν τον ήλιο τον όμορφο, τον διακριτικό, έτσι είναι ο ήλιος το ξημέρωμα, διακριτικός, ευγενικός, γι’ αυτό δίνει αυτό το υπέροχο φως, σαν τους ανθρώπους είναι κι ο ήλιος, βγαίνει δειλά δειλά με ένα ίσως, με ένα τεράστιο μάλλον στο κεφάλι του, γεμάτος απορίες, αναρωτιέται, λες να μην πρέπει να βγω; μήπως κάνω λάθος; μετά, όταν βλέπει ότι τον δέχονται με χαρά και τον καλωσορίζουν αρχίζει να παίρνει τα πάνω του και γίνεται όλο και ζωηρότερος, σιγά σιγά γεμίζει με έπαρση μέχρι που το μεσημέρι, γύρω στις τέσσερις, φτάνει στο αποκορύφωμα της χυδαιότητάς του, μας τρίβει στη μούρη τη δύναμή του, μας δείχνει ποιος είναι το αφεντικό, εξαντλεί κάθε στάλα υπομονής, και όταν βλέπει ότι έχουμε πια αγανακτήσει και είμαστε έτοιμοι να σηκώσουμε μπαϊράκι, φοβάται και αρχίζει να μαζεύεται, ξαναγίνεται διακριτικός, γεμίζει με ευγένεια και σιγά σιγά αποσύρεται περιμένοντας την επόμενη φορά που θα ξαναχτυπήσει, έτσι δεν είμαστε κι εμείς; τα ίδια δεν κάνουμε;» (από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Σε απόθεμα (επιπλέον μπορεί να ζητηθεί κατόπιν παραγγελίας)

Κωδικός προϊόντος: 9786188343221 Κατηγορία:

Περιγραφή

χόλι μάουντεν: ο γλυκόπικρος, παραληρηματικός μονόλογος ενός ετοιμοθάνατου, που μπροστά στη γυναίκα του ανασύρει μνήμες, προβαίνει σε αποκαλύψεις, μπερδεύει ψέματα κι αλήθειες, φοβάται, αυτοσαρκάζεται, ζηλεύει, ενθουσιάζεται, προκαλεί, στοχάζεται.
«…έχει ξημερώσει, κοίτα να δεις, την καλύτερη ώρα ξύπνησα, έχει αυτόν τον ήλιο τον όμορφο, τον διακριτικό, έτσι είναι ο ήλιος το ξημέρωμα, διακριτικός, ευγενικός, γι’ αυτό δίνει αυτό το υπέροχο φως, σαν τους ανθρώπους είναι κι ο ήλιος, βγαίνει δειλά δειλά με ένα ίσως, με ένα τεράστιο μάλλον στο κεφάλι του, γεμάτος απορίες, αναρωτιέται, λες να μην πρέπει να βγω; μήπως κάνω λάθος; μετά, όταν βλέπει ότι τον δέχονται με χαρά και τον καλωσορίζουν αρχίζει να παίρνει τα πάνω του και γίνεται όλο και ζωηρότερος, σιγά σιγά γεμίζει με έπαρση μέχρι που το μεσημέρι, γύρω στις τέσσερις, φτάνει στο αποκορύφωμα της χυδαιότητάς του, μας τρίβει στη μούρη τη δύναμή του, μας δείχνει ποιος είναι το αφεντικό, εξαντλεί κάθε στάλα υπομονής, και όταν βλέπει ότι έχουμε πια αγανακτήσει και είμαστε έτοιμοι να σηκώσουμε μπαϊράκι, φοβάται και αρχίζει να μαζεύεται, ξαναγίνεται διακριτικός, γεμίζει με ευγένεια και σιγά σιγά αποσύρεται περιμένοντας την επόμενη φορά που θα ξαναχτυπήσει, έτσι δεν είμαστε κι εμείς; τα ίδια δεν κάνουμε;» (από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Επιπρόσθετες Πληροφορίες

Συγγραφέας

Έτος

ISBN

Εκδόσεις

Προμηθευτής

Έκπτωση Προμηθευτή

Άλλα